Να προσέχετε τις φάρσες. Μερικές οδηγούν στον θάνατο.
Και αν καμία φορά δεν γίνεται, ακόμα, το κακό, θα σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και θα γίνει. Εκεί είναι, παραμονεύει.
Μια στιγμή είναι ο θάνατος. Μια ακαριαία στιγμή.
Ο βοσκός στο γνωστό μύθο του Αισώπου φώναζε για λύκους, χωρίς λόγο. Τελικά σκοτώθηκε από το ίδιο του το “αστείο”.
Ωραίες οι εποχές που περιγράφει ο Αίσωπος, δεν γνώρισε όμως τα πύρινα χρόνια στην Ιταλία. Εκεί που η φάρσα πέθανε προ πολλού και άφησε την θέση της στον απόλυτο τρόμο.
Εκεί, δεν είχες την δυνατότητα να φωνάξεις για βοήθεια. Σε σκότωναν πριν βγάλεις καν άχνα.
“Κάποιοι φίλοι μας τις νύχτες, χρόνια λωποδύτες…”
Στη “χώρα της Αναγέννησης” τη δεκαετία του ‘70, ο χρόνος δεν μετριόταν με ώρες, αλλά με τον ήχο της κλειδαριάς που ασφάλιζε διπλά και το μεταλλικό κλικ ενός περιστρόφου στην τσέπη. Ήταν τα “Μολυβένια Χρόνια”, μια εποχή που πήρε το όνομά της από το βαρύ, γκρίζο μέταλλο των σφαιρών, λες και ολόκληρη η χώρα είχε βυθιστεί σε μια ταινία όπου το σενάριο το έγραφε ο φόβος και η ψύχωση. Στους δρόμους της Ρώμης, το 38άρι περίστροφο δεν ήταν όπλο, ήταν το “αξεσουάρ” μιας κοινωνίας που είχε ξεχάσει να εμπιστεύεται.
Τα “Μολυβένια Χρόνια” της Ιταλίας
Όμως, μέσα σε αυτό το γκρίζο σκηνικό, υπήρχαν κάποια “παιδιά” που αρνούνταν να φοβηθούν. Ήταν οι “Θεοί της Ρώμης”.
Για τον Λουτσιάνο Ρε Τσεκόνι και την παρέα του, το χορτάρι του “Olimpico” ήταν ένας παράδεισος που τους έκανε να νιώθουν άτρωτοι. Αυτά τα παιδιά της Λάτσιο, με τα μακριά μαλλιά και το ατίθασο βλέμμα, κυκλοφορούσαν στις γειτονιές της Αιώνιας πόλης σαν να είχαν το άγγιγμα του αθάνατου. Ενώ ο θάνατος παραμόνευε σε κάθε γωνιά, εκείνοι τον κοίταζαν στα μάτια και του έβγαζαν τη γλώσσα. Πίστευαν πως η φήμη τους ήταν μια αόρατη πανοπλία, πως ένα δικό τους χαμόγελο, μια δική τους ντρίμπλα, ήταν αρκετά για να σταματήσουν ακόμα και το “μολύβι”.
Ίσως ήταν αλαζονεία, μπορεί και μια βαθιά, σχεδόν παιδική ανάγκη να παραμείνουν ζωντανοί μέσα στην παράνοια. Η “Goliardia” τους, η κουλτούρα της ανατροπής, βασισμένη στην ειρωνεία. Εκείνος ο ακραίος χαβαλές, η περιφρόνηση των κανόνων, ήταν η δική τους επανάσταση απέναντι στο καθεστώς του τρόμου. Έπαιζαν με τη φωτιά γιατί νόμιζαν πως οι ίδιοι ήταν ο ήλιος. Περπατούσαν στο χείλος του γκρεμού με την αυτοπεποίθηση εκείνου που ξέρει ότι όλη η πόλη τον λατρεύει.
“Ποιος θα τολμούσε, άλλωστε, να πυροβολήσει έναν Θεό;”,
αναρωτιόντουσαν σιωπηλά, καθώς έστηναν τις φάρσες τους. Νόμιζαν πως η πραγματικότητα θα υποκλινόταν στο είδωλό τους, πως ο φόβος θα έκανε στην άκρη για να περάσουν οι “γαλανόλευκοι”. Δεν ήξεραν, όμως, πως το “μολύβι” δεν αναγνωρίζει θρύλους, και πως η γραμμή που χωρίζει το θεϊκό από το ανθρώπινο είναι τόσο λεπτή, όσο η κάννη που τους περίμενε στο σκοτάδι.
Μια Χώρα σε παράκρουση
Για να καταλάβει κανείς την τραγωδία ενός ανθρώπου που πέθανε από μια φάρσα, πρέπει πρώτα να καταλάβει την “τρέλα” της εποχής του. Η Ιταλία, από τα τέλη του ‘60 έως τις αρχές του ‘80 δεν ήταν μια χώρα, ήταν μια πυριτιδαποθήκη. Ήταν τα «Μολυβένια Χρόνια», μια περίοδος που το όνομά της δεν το πήρε από τα βιβλία, αλλά από το βάρος των σφαιρών που τρύπαγαν τους τοίχους και τις καρδιές μιας ολόκληρης γενιάς.
Όλα ξεκίνησαν μέσα στο αίμα, το μεσημέρι της 12ης Δεκεμβρίου 1969. Η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνο δεν γκρέμισε μόνο μια τράπεζα, γκρέμισε την ασφάλεια των Ιταλών. Δεκαεπτά νεκροί και μια χώρα που ξύπνησε σε έναν εφιάλτη. Από εκείνη τη στιγμή, η Ιταλία έγινε το θέατρο ενός παράλογου πολέμου. Στο ένα άκρο, οι “Ερυθρές Ταξιαρχίες” της άκρας αριστεράς, που πίστευαν πως η επανάσταση περνά μέσα από την ένοπλη πάλη. Στο άλλο άκρο, οι νεοφασιστικές οργανώσεις της άκρας δεξιάς, που απαντούσαν με τυφλές βόμβες και σκοτάδι.
Στη Ρώμη της δεκαετίας του ‘70, ο αέρας μύριζε δακρυγόνα και καμένο λάστιχο. Οι διαδηλώσεις κατέληγαν σε καταδιώξεις στα στενά σοκάκια. Οι φοιτητές γίνονταν στόχοι και οι δρόμοι βάφονταν κόκκινοι από παιδιά που πίστευαν σε ιδέες, αλλά κατέληγαν σε φέρετρα. Η βία δεν ήταν πια είδηση, ήταν ο ήχος του φόντου.
Όταν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν και εκτέλεσαν τον Άλντο Μόρο το 1978, η Ιταλία ένιωσε την ανάσα του θανάτου στο σβέρκο της. Η εικόνα του πρώην πρωθυπουργού, νεκρού στο πορτ-μπαγκάζ ενός Renault 4, ήταν η ωμή αλήθεια μιας χώρας που είχε χάσει τον έλεγχο. Και μετά, η απόλυτη φρίκη: το 1980 στη Μπολόνια, 85 άνθρωποι που περίμεναν ένα τρένο διαμελίστηκαν από μια βόμβα που δεν είχε πρόσωπο, παρά μόνο μίσος.
16 Μαρτίου 1978: Μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών στήνουν ενέδρα στη Via Fani στη Ρώμη. Σκοτώνουν ακαριαία τους πέντε σωματοφύλακές του και αιχμαλωτίζουν τον πολιτικό.
Η απαγωγή έγινε την ίδια ημέρα που η ιταλική Βουλή θα ψήφιζε τη νέα κυβέρνηση του Τζούλιο Αντρεότι. Ο Μόρο ήταν ο αρχιτέκτονας του “Ιστορικού Συμβιβασμού”, της προσπάθειας για κοινοβουλευτική συνεργασία με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του (55 μέρες), οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ζήτησαν ως αντάλλαγμα την απελευθέρωση φυλακισμένων μελών τους. Η ιταλική κυβέρνηση κράτησε ανυποχώρητη στάση, αρνούμενη κάθε διαπραγμάτευση με τους τρομοκράτες.
9 Μαΐου 1978, ο Μόρο μεταφέρθηκε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου Renault 4, όπου πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε. Το όχημα εγκαταλείφθηκε συμβολικά στη Via Caetani, στο κέντρο της Ρώμης, ανάμεσα στα γραφεία των Χριστιανοδημοκρατών και του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αυτή, ήταν η Ιταλία που περιέβαλλε τους “Γαλανολεύκους Θεούς” του Ολυμπιακού Σταδίου. Μια χώρα σε ψύχωση, όπου οι πολίτες κυκλοφορούσαν με πιστόλια στις τσέπες, όχι γιατί ήταν εγκληματίες, αλλά γιατί φοβόντουσαν μέχρι και τη σκιά τους. Οι άνθρωποι δεν γελούσαν πια με τα ξαφνικά αστεία. Κάθε απότομη κίνηση ήταν απειλή. Κάθε φωνή ήταν πιθανή επίθεση.
Γνωρίζετε ποιοι κάνουν “ξαφνικά αστεία”;
Ο Αίσωπος χαρακτήρισε στον μύθο του τον βοσκό “τεμπέλη”.
Ξενοδοχείο “L’ Americana”
Εδώ, κατέλυε τις περισσότερες φορές η “ένοπλη συμμορία”, η Λάτσιο. Η αποστολή της ομάδας, πριν από κάθε ματς βίωνε έντονη πλήξη. Τα παιδιά βρίσκαν ενδιαφέροντες τρόπους, όμως, να την σπάσουν.
Στα δωμάτια, χωρίζονταν σε δύο στρατόπεδα, τους “βόρειους” και τους “νότιους”. Ξεκινούσαν “χαλαρά” με μαξιλαροπόλεμο. Αυτήν ήταν η προθέρμανσή τους. Τα περίστροφα Magnum και τα αυτόματα όπλα δεν έμεναν, προφανώς, στις θήκες τους. Αν κάποιος βαριόταν να σηκωθεί για να σβήσει το φως, ο κρότος μιας σφαίρας έσπαγε τη λάμπα, βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι μέσα σε μια μυρωδιά μπαρουτιού. Οι διάδρομοι αντηχούσαν από το ποδοβολητό των παικτών που έστηναν εικονικές ενέδρες ο ένας στον άλλον, κρατώντας γεμάτα όπλα, παίζοντας ένα θανάσιμο κρυφτό που μόνο εκείνοι καταλάβαιναν.
Στους κήπους του ξενοδοχείου, το θέαμα ήταν ακόμα πιο απόκοσμο. Οι παίκτες σημάδευαν πουλιά, κάδους απορριμμάτων, ταμπέλες, διαγωνιζόμενοι για το ποιος έχει το καλύτερο σημάδι, ενώ οι περαστικοί και το προσωπικό πάγωναν από τον φόβο. Λάτρευαν τις εικονικές εκτελέσεις. Ο λιγότερο καλός στο στόχο και στα υπόλοιπα παιχνίδια “εκτελούνταν”. Έτσι έπρεπε. Καλύτερα νεκρός παρά ανίκανος.
Όταν οι οπαδοί της Ρόμα τολμούσαν να πλησιάσουν για να τους αποδοκιμάσουν, οι παίκτες δεν απαντούσαν με συνθήματα, αλλά με πυροβολισμούς στον αέρα από τα παράθυρα, διαλύοντας το πλήθος μέσα σε δευτερόλεπτα.
Εντός των δωματίων, οι βιογραφίες του Μουσολίνι και τα κείμενα που υμνούσαν τη σιδηρά πυγμή ήταν η πνευματική τους τροφή. Ταύτιζαν τους εαυτούς τους με το πρότυπο του αήττητου πολεμιστή. Έσπαγαν έπιπλα, μετέτρεπαν τα δείπνα σε αρένες και ζούσαν σε μια διαρκή ένοπλη εγρήγορση.
Λάτρευαν τις ελεύθερες πτώσεις. Ήταν ένας τρόπος να νιώθουν ότι δαμάζουν τον φόβο και τον θάνατο.
Ήταν παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στη βία της εποχής και επέλεξαν να γίνουν οι θύτες της. Για τον Ρε Τσεκόνι και την παρέα του, η φάρσα δεν ήταν αστείο, ήταν μια επίδειξη ισχύος, μια ανάγκη να νιώσουν ότι το όπλο τους ήταν η προέκταση της δόξας τους. Ζούσαν σαν να μην υπήρχε αύριο, γιατί σε μια Ιταλία που φλεγόταν, ένιωθαν πως μόνο οι “τρελοί” και οι ένοπλοι θα μπορούσαν να μείνουν όρθιοι.
“Η παλιοπαρέα και οι αρχηγοί της”
Τζιόρτζιο Κινάλια και Τζουζέπε Γουίλσον, δύο μορφές… Ο πρώτος, απόλυτα “κακός”. Μεγάλωσε στη Ουαλία. Σκληροτράχηλος, με μια αύρα υπεροψίας που καθήλωνε. Το υπόβαθρό του ήταν γεμάτο από την ανάγκη για επιβεβαίωση. Ήταν ο τύπος που αν έχανε σε ένα εσωτερικό διπλό, μπορούσε να κυνηγάει τους συμπαίκτες του με το πιστόλι. Πίστευε ακράδαντα στη “σιδηρά πυγμή”, λάτρευε την εικόνα του ισχυρού άνδρα και ήταν ο πρώτος που έφερε την πολιτική στα αποδυτήρια, ταυτιζόμενος με την άκρα δεξιά. Ο Τζουζέπε από την άλλη, ήταν ο “αρχηγός”, η “ήρεμη δύναμη”, ο “εγκέφαλος”. Γεννημένος στην Αγγλία από Ιταλίδα μητέρα και Άγγλο πατέρα. Ήταν ο “διπλωμάτης”με το όπλο στη ζώνη. Ενώ ο Κινάλια διαδραμάτιζε τηνωμή βία, αυτός ήταν η στρατηγική. Ο άνθρωπος που κρατούσε τις ισορροπίες σε μια ομάδα που έβραζε. Αυτός καταγόταν από ένα περιβάλλον πιο “αστικό” -εξού και η “εκλογικευμένη συμπεριφορά” του-, αλλά η ανάγκη του για έλεγχο τον έκανε να υιοθετήσει πλήρως την κουλτούρα της οπλοφορίας και της ακροδεξιάς πειθαρχίας.
Αυτήν ήταν η μία κλίκα, μια συμμαχία ισχύος στην οποία ανήκε και ο ρε Τσεκόνι. Η άλλη κινούταν υπό τον Ρέντσο Γκαρλασέλι. Έναν πολύ χαλαρό τύπο. Λάτρη της καλής ζωής, των ξενυχτιών και του τζόγου. Αυτή η διαφορά νοοτροπίας ήταν που τροφοδοτούσε την κόντρα τους.
Το μίσος τους ήταν διάχυτο. Αλλάζαν ρούχα σε ξεχωριστά αποδυτήρια. Υπήρχαν δύο διαφορετικές είσοδοι. Οι δύο πλευρές δεν μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους. Αν ένας παίκτης από τη μια παρέα έκανε ένα δυνατό μαρκάρισμα σε παίκτη της άλλης στην προπόνηση, έβγαιναν τα πιστόλια.
Αυτό συνέβαινε μόνο στην προπόνηση. Γιατί, το απίστευτο ήταν πως μόλις πατούσαν το χορτάρι του Ολυμπιακού Σταδίου και φορούσαν τη γαλάζια φανέλα, το μίσος γινόταν αυτοθυσία. Πέθαιναν ο ένας για τον άλλον. Ο Γκαρλασέλι και ο Κινάλια συνεργάζονταν τυφλά. Ο πρώτος ήταν αυτός που με τις επελάσεις του δημιουργούσε τους χώρους για να σκοράρει ο δεύτερος.Αυτή η σχιζοφρενική κατάσταση ήταν που τους έκανε αήττητους.
Η βασική ενδεκάδα της ποδοσφαιρικής ομάδας της S. S Lazio πριν την έναρξη, του εκτός έδρας αγώνα της με την Μπολόνια (τελικό σκορ 2-2) στις 19 Μαΐου 1974, στο Δημοτικό Στάδιο της Μπολόνια. Ήταν ο τελευταίος αγώνας της σεζόν Μία εβδομάδα νωρίτερα (12 Μαΐου 1974), η ομάδα είχε ήδη εξασφαλίσει μαθηματικά το πρώτο πρωτάθλημα της Serie A (scudetto) στην ιστορία της. Οι παίκτες κρατούν και έχουν μπροστά τους ανθοδέσμες ως εορταστική χειρονομία και αναγνώριση για την κατάκτηση του τίτλου.
Αυτήν ήταν η θρυλική Λάτσιο του 70’.
Η ομάδα του Τομάζο Μαεστρέλι.
Η πρωταθλήτρια του 1974.
Και αυτά ήταν τα παιδιά της.
Curva Nord
Τα άλλα της παιδιά, οι οργανωμένοι. Οι χορογραφίες τους έχουν μείνει στην ιστορία για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα και το δέος που προκαλούν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον εμβληματικό Αετό, το σύμβολο της ρωμαϊκής ισχύος, να ανοίγει τα φτερά του και να “αγκαλιάζει” ολόκληρη τη θύρα, θυμίζοντας σε εχθρούς και φίλους ότι η Λάτσιο είναι ο κυρίαρχος των αιθέρων της Ρώμης. Μέσα από αυτά τα τεράστια πανό, οι οργανωμένοι οπαδοί εκφράζουν την υπερηφάνεια τους για τις ρίζες τους, χρησιμοποιώντας λατινικά ρητά και σύμβολα που τονίζουν την αδιάλλακτη, ακροδεξιά τους ταυτότητα. Αυτήν που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας του πετάλου.
Η Curva θρηνεί
Για τους πιστούς αυτού του πετάλου, ο Λουτσιάνο ήταν ο “Ξανθός Άγγελος”. Μια επιβλητική παρουσία με άρια χαρακτηριστικά που έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από σκανδιναβικό έπος για να ηγηθεί της γαλάζιας στρατιάς. Ψηλός, με τα κατάξανθα μαλλιά του να λάμπουν κάτω από τους προβολείς του Ολίμπικο, ενσάρκωνε το πρότυπο του ανίκητου πολεμιστή, συνδυάζοντας μια σχεδόν απόκοσμη ομορφιά με την ωμή δύναμη ενός ασταμάτητου μέσου.
Η Curva Nord λάτρεψε στο πρόσωπό του την τελειότητα αυτής της εικόνας: έναν αθλητή που με το παρουσιαστικό του και την ατρόμητη φύση του, έγινε το ζωντανό σύμβολο της ιστορικής ανωτερότητας της Λάτσιο. Οι οπαδοί τον τίμησαν -και συνεχίζουν να τον τιμούν- με χορογραφίες που κόβουν την ανάσα, μετατρέποντας το πέταλο σε έναν απέραντο γαλάζιο ουρανό όπου δεσπόζει η μορφή του. Για το Βόρειο Πέταλο, ο Ρε Τσεκόνι δεν ήταν απλώς ένας παίκτης, αλλά η αισθητική και ιδεολογική μετουσίωση του “Lazioismo”.
Έφυγε ο “Ξανθός Άγγελος”
Ήταν βράδυ 18 Ιανουαρίου 1977, ο Λουτσιάνο, ο συμπαίκτης του Πιέτρο Γκεντίν και ένας κοινός τους φίλος αρωματοπώλης, ο Τζόρτζιο Φρατιτσίολι, δεν μπορούσαν να κοιμηθούν με ησυχία, έπρεπε να ταράξουν τη νυχτερινή Ρώμη. Στόχος τους, αυτήν την φορά, το κοσμηματοπωλείο του Μπρούνο Ταμπούτσι.Καθώς, προχωρούσαν για το μαγαζί, σχεδίαζαν ποιοςθα μπει πρώτος. Ο “Ξανθός Άγγελος” με το σπινθηροβόλο βλέμμα βάδιζε ανυποψίαστος προς το δικό του μοιραίο φινάλε. Αυτός, ο πολεμιστής των γηπέδων που αψηφούσε τον θάνατο πέφτοντας με αλεξίπτωτο στο κενό, δεν ήξερε πως το επόμενο “άλμα”του θα ήταν χωρίς επιστροφή.
Μια φάρσα, ένα παιχνίδι της στιγμής σε μια πόλη που έβραζε από τον φόβο και τα όπλα, έστησε το σκηνικό της τραγωδίας. Μπαίνοντας στο κοσμηματοπωλείο του Ταμπούτσι, ο Λουτσιάνο φώναξε “Ληστεία”, περιμένοντας το γέλιο που θα ακολουθούσε την αποκάλυψη του προσώπου του. Αντί για γέλιο, όμως, αντίκρισε ένα Walther 7.65. Στα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, ο χρόνος πάγωσε. Ο ήχος του πυροβολισμού έσκισε τη σιωπή και η σφαίρα βρήκε την καρδιά του ανθρώπου που δεν ήξερε τι θα πει κούραση.
Καθώς κατέρρεε στο κρύο δάπεδο, ο “Ξανθός Άγγελος”δεν ένιωθε πια τη δύναμη του ημίθεου, αλλά την ευθραυστότητα ενός ανθρώπου που σβήνει.
“Ήταν μια πλάκα…”,
ψιθύρισε με την τελευταία του ανάσα, μια φράση που έμελλε να στοιχειώσει τη Λάτσιο για πάντα. Το ξανθό κεφάλι έγειρε. Τα μάτια που καθρέφτιζαν την ορμή της Curva Nord έκλεισαν. Ο Λουτσιάνο πέρασε στην αθανασία, αφήνοντας πίσω του μια πόλη, βυθισμένη στο πένθος και έναν μύθο που δεν θα γερνούσε ποτέ. Χάθηκε έτσι απλά. Έτσι άδικα. Θύμα μιας έντασης που ο ίδιος δεν μπόρεσε να δαμάσει, αφήνοντας την «άρια» ομορφιά του μια για πάντα.
21 Ιανουαρίου 1977. Στην τελετή παρευρέθηκαν 10 χιλιάδες άνθρωποι, αναμεσά τους σύσσωμη η ομάδα της Lazio, συναθλητές του και πλήθος φιλάθλων που θέλησαν να αποχαιρετήσουν τον 28χρονο ποδοσφαιριστή.
Για μια “πλάκα” άφησε πίσω του και την Τσεζαρίνα, την25χρονη έγκυο σύζυγό του, και τον Στέφανο, τον δύο ετών γιό τους.
Για μια πλάκα…