Ξέρετε, μεγαλώσαμε με φράσεις όπως: “Όταν πέφτεις, πρέπει να σηκώνεσαι”, “Ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό”, “Ο αετός πεθαίνει στον αέρα”, “Ο φοίνικας αναγεννιέται από τις στάχτες του”, “Οι άντρες δεν κλαίνε”. Όλα τόσο δυναμικά, τόσο άπιαστα. Από παιδιά ανατρεφόμαστε με ήρωες και -λανθασμένα- θεωρούμε πως έτσι πρέπει να γίνουμε.
Μας αρέσουν αυτές οι ιστορίες. Οι ιστορίες των ανθρώπων που λυγίζουν μεν, αλλά δεν σπάνε. Που χάνουν τα πάντα αλλά ξανασηκώνονται.
Ίσως, υπάρχουν αυτοί οι (υπερ)άνθρωποι.
Υπάρχουν, όμως και οι άλλοι. Αυτοί που κουράστηκαν. Αυτοί που πάλεψαν και δεν άντεξαν. Αυτοί που δεν ξανασηκώθηκαν. Προσπάθησαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Και αυτή είναι η θνητή φύση που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε.
Για πολλά χρόνια η κοινωνία μας δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με αυτήν την αλήθεια. Αν κάποιος υπέφερε σωματικά, τον καταλαβαίναμε. Αν όμως πονούσε ψυχικά, του λέγαμε να σφίξει τα δόντια και να προχωρήσει. Σαν να ήταν η ψυχή κάτι δευτερεύον. Σαν να αρκούσε μόνο η λογική. Μόνο που ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος αποκλειστικά από δαύτην. Είναι οι φόβοι του. Είναι τα τραύματά του. Οι λέξεις που τον στοίχειωσαν. Οι πληγές που δεν έκλεισαν.
Ο Ίκαρος δεν έμεινε στην ιστορία επειδή πέταξε ψηλά αλλά γιατί έπεσε. Δεν κρατήθηκε για πολύ στους αιθέρες. Τα φτερά του δεν άντεξαν. Κι όμως, η συντριβή του, δεν τον έκανε λιγότερο άνθρωπο.
Η Ήσυχη Μελάνη της Επαρχίας
Για να ψηλαφίσει κανείς το μέγεθος της μεταγενέστερης πτώσης του “Ικάρου”, μετά το πέταγμα, πρέπει να επιστρέψει στην αφετηρία, εκεί όπου η ψυχή ήταν ακόμα προστατευμένη από τη σκουριά της βιομηχανίας. Ο Σεμπάστιαν δεν γεννήθηκε σε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο, ούτε μεγάλωσε με την άνεση των προνομιούχων. Γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1980 στο Λοράχ, μια μικρή, ήσυχη πόλη στα νοτιοδυτικά της Γερμανίας, στα σύνορα με τη Γαλλία και την Ελβετία. Μεγάλωσε σε μια τυπική εργατική οικογένεια, όπου η καθημερινότητα οριζόταν από το πρόγραμμα του εργοστασίου, τη συνέπεια και τις θυσίες.
Ο πατέρας του, ο Χάιντς, ένας άνθρωπος της δουλειάς και του καθήκοντος, και η μητέρα του, ήταν το πρώτο, σταθερό του λιμάνι. Μαζί με τα αδέρφια του, ο Σεμπάστιαν έμαθε από νωρίς τι σημαίνει να κερδίζεις το καθετί με κόπο. Στο σπίτι των Ντάισλερ υπήρχε μια διάχυτη, σεμνή προσδοκία για προκοπή.
Μέσα σε αυτή την εργατική θαλπωρή, ο μικρός Μπάστι βρήκε τη δική του διέξοδο. Ήταν ένα παιδί εξαιρετικά εσωστρεφές, ντροπαλό, που δυσκολευόταν να εκφραστεί με λέξεις. Όταν, όμως, η μπάλα ακουμπούσε το δεξί του πόδι, όλα άλλαζαν. Το ποδόσφαιρο έγινε η μητρική του γλώσσα, το ιδανικό του καταφύγιο απέναντι σε έναν κόσμο που του φαινόταν υπερβολικά γρήγορος και θορυβώδης.
Εκεί ακριβώς, όμως, στην ίδια τη μήτρα της προστασίας του, ρίζωσαν και οι κατοπινές του ανασφάλειες, τρεφόμενες από μια πρώιμη, βουβή τελειομανία. Η οικογένειά του έβλεπε αυτό το σπάνιο χάρισμα και το προστάτευε σαν ιερό κειμήλιο, κι αυτό, ακριβώς, μεταφράστηκε μέσα του ως ένα ασήκωτο χρέος, ο τρόμος μήπως απογοητεύσει τους γονείς του που θυσιάστηκαν για αυτόν, μήπως προδώσει την προσδοκία της γειτονιάς του.
Ο Σεμπάστιαν δεν ανέπτυξε ποτέ το σκληρό, κυνικό περίβλημα που απαιτεί ο πρωταθλητισμός. Έμεινε ένα παιδί με ανοιχτές τις κεραίες της ψυχής του, έτοιμο να απορροφήσει κάθε κραδασμό. Όταν το σύστημα τον απέσπασε από τη ζεστασιά του σπιτιού του, η παιδική του ηλικία τελείωσε απότομα. Δεν πρόλαβε να χτίσει άμυνες, δεν πρόλαβε να μάθει πώς να προστατεύει τον εαυτό του από την έκθεση. Έτσι, όταν η μοίρα αποφάσισε να τον ρίξει στο μάτι του κυκλώνα, εκείνος βρέθηκε εκεί εντελώς γυμνός, κουβαλώντας τις ελπίδες των άλλων σαν μια καταδίκη.
Ο “Μεσσίας”
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το γερμανικό ποδόσφαιρο βρισκόταν σε μια κατάσταση καθολικής κατάθλιψης. Η “Μάνσαφτ”, η εθνική ομάδα που είχε μάθει να ισοπεδώνει τους αντιπάλους της με τη δύναμη, την πειθαρχία και το ατσάλινο πνεύμα, έμοιαζε πλέον με ένα σκουριασμένο, γερασμένο γρανάζι. Το Euro 2000 ήταν η απόλυτη ταπείνωση για την εν ενεργεία πρωταθλήτρια Ευρώπης, ένας οικτρός αποκλεισμός από τη φάση των ομίλων -τερμάτισε τελευταία με μόλις 1 βαθμό-, χωρίς φαντασία, χωρίς δημιουργία, χωρίς ίχνος ποδοσφαιρικής ποίησης.
Η Γερμανία, πληγωμένη στον εθνικό της εγωισμό -στοιχείο που την χαρακτηρίζει χρόνια τώρα-, έψαχνε απεγνωσμένα έναν σωτήρα. Κάποιον που θα άλλαζε ριζικά την ταυτότητα του παιχνιδιού της, που θα έφερνε την ομορφιά και το φως στο σκοτάδι της παρακμής.
Και τότε, μέσα από τα γήπεδα της Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ και της Χέρτα Βερολίνου, ξεπήδησε ο Σεμπάστιαν Ντάισλερ.

Σεμπάστιαν Ντάισλερ σε πολύ νεαρή ηλικία, κατά το ξεκίνημά του στην Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, τη σεζόν 1998-1999.
Δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον Γερμανό ποδοσφαιριστή της γενιάς του. Ο Ντάισλερ, γλιστρούσε στο χορτάρι. Είχε μια αρχοντική, ανάλαφρη ντρίμπλα, μια σπάνια, χειρουργική διορατικότητα και μεταβιβάσεις που έμοιαζαν με γεωμετρικά αριστουργήματα. Τα media, διψασμένα για ένα νέο είδωλο, τον βάφτισαν ακαριαία “Basti Fantasti”.
Δεν σταμάτησαν εκεί -άλλωστε έχουν την τάση και το προνόμιο να αλλοιώνουν ασυνείδητα τις συνειδήσεις-, του φόρεσαν τον βαρύ, ασήκωτο μανδύα του “Ποδοσφαιρικού Μεσσία”. Μια ολόκληρη χώρα, εκατομμύρια οπαδοί, εναπόθεσαν το μέλλον, τις ελπίδες και την εθνική τους υπερηφάνεια στις πλάτες ενός 20χρονου παιδιού. Του ζήτησαν να γίνει ο ήρωας που θα νικούσε τους αιθέρες, χωρίς κανείς να αναρωτηθεί αν αυτό το αγόρι από το Λοράχ είχε τις άμυνες να πετάξει ψηλά με το βάρος μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας στα πόδια του.
Το χρυσό κλουβί
Όταν είσαι ο “Μεσσίας” μιας χώρας, η μοίρα σου είναι προδιαγεγραμμένη, πρέπει να εξαγοραστείς από τον ναό του χρήματος και της απόλυτης πίεσης.
Ήταν 2002, όταν η Μπάγερν Μονάχου, ο απόλυτος και αμείλικτος κυρίαρχος του γερμανικού ποδοσφαίρου, κάνει το αυτονόητο και αποκτά τον Ντάισλερ έναντι 9,5 εκατομμυρίων -ποσού μυθικού για Γερμανό ποδοσφαιριστή της ηλικίας του.
Στο Μόναχο, όμως, η πίεση δεν είναι απλά μια συνθήκη, -δυστυχώς- είναι θεσμός. Μόνο και μόνο το σύνθημα της ομάδας, “Mia san Mia” (Είμαστε αυτοί που είμαστε), εμπεριέχει μια αλαζονεία ισχύος και μια απαίτηση για απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη τελειότητα. Εκεί δεν επιτρέπεται να είσαι άνθρωπος, πρέπει να είσαι μια κουρδισμένη μηχανή παραγωγής τίτλων και εσόδων.
Για τον εύθραυστο Σεμπάστιαν, η μεταγραφή αυτή δεν ήταν το σκαλοπάτι για την καταξίωση, αλλά η είσοδος σε μια χρυσή, ασφυκτική φυλακή. Στην Μπάγερν, ο “Μεσσίας” έπρεπε να αποδίδει κάθε Σαββατοκύριακο, χωρίς δικαιολογίες. Οι προσδοκίες πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν ένας συνεχής, εκκωφαντικός θόρυβος που του έπαιρνε τα αυτιά. Τα έκλεινε για να μην ακούει, αλλά δεν ήταν τόσο απλό.
Κάθε λάθος στο γήπεδο, κάθε χαμένη πάσα, δεν ήταν πια μια κακή αγωνιστική στιγμή, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή κρίση που επιβεβαίωνε τον κρυφό του τρόμο: ότι δεν ήταν ο Θεός που όλοι προσκυνούσαν, αλλά ένας κοινός θνητός που παγιδεύτηκε σε μια βιτρίνα.
Η ομάδα τον ήθελε ως το λαμπερό διαμάντι στο στέμμα της, αλλά το διαμάντι αυτό είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει εσωτερικά. Οι διοικούντες, άνθρωποι όπως ο Ούλι Χένες και ο Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε, και το αυστηρό περιβάλλον του συλλόγου, συνηθισμένοι σε παίκτες-στρατιώτες με ψυχολογία από μπετόν, δυσκολεύονταν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα και την ευαισθησία του. Ο Ντάισλερ ήταν πλέον ένα προϊόν υψηλής εμπορικής αξίας που έπρεπε να κερδίζει πάντα, την ίδια ώρα που εκείνος έψαχνε απεγνωσμένα ένα μέρος για να κρυφτεί από τα φώτα της δημοσιότητας που τον κατέστρεφαν.
Το σκοτεινό δωμάτιο της ψυχής
Όταν το μυαλό αρνείται να διαχειριστεί αυτή την αβάσταχτη πίεση, το σώμα αναλαμβάνει να μιλήσει με τη δική του, σκληρή γλώσσα. Για τον Ντάισλερ, το δεξί του γόνατο έγινε ο καθρέφτης της εσωτερικής του σύγκρουσης. Πέντε σοβαροί τραυματισμοί, πέντε χειρουργεία. Κάθε φορά που το γόνατό του ράγιζε, ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά ταυτόχρονα και μια παράξενη ανακούφιση. Ναι, κι όμως, για λίγους μήνες, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, δεν χρειαζόταν να είναι ο “Μεσσίας”. Ήταν, επιτέλους, απλά ένας άνθρωπος που του επιτρεπόταν να πονάει.
Όμως, η κοινωνία του θεάματος δεν του έδινε χρόνο να θεραπευτεί. Τα media μετρούσαν τις μέρες για την “επιστροφή του σωτήρα”. Αυτός ο φαύλος κύκλος, ο φόβος του επόμενου τραυματισμού, η αγωνία αν θα είναι ξανά ο ίδιος, και η απαίτηση του κοινού για θαύματα, τον οδήγησε στην απόλυτη ψυχική εξάντληση.
“Ένιωθα σαν ένας θλιμμένος κλόουν που έπρεπε να βγαίνει στη σκηνή και να κάνει ταχυδακτυλουργικά για να διασκεδάζει τον κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή η ζωή μου κατέρρεε”.
Έτσι, ένιωθε, ή, μάλλον, αυτό του καλλιέργησαν βεβιασμένα μέσα του να αισθάνεται, ένα 23χρονο παιδί.
Το 2003, ο Ντάισλερ νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική.
Δεν ήταν μια απλή στενοχώρια, ούτε μια προσωρινή κακή διάθεση που θα περνούσε αν “έσφιγγε τα δόντια”. Το μυαλό του, προκειμένου να προστατευτεί από το αφόρητο συναισθηματικό φορτίο, τράβηξε τον γενικό διακόπτη της ύπαρξης.
Ένας άνθρωπος με κατάθλιψη ζει μέσα σε ένα μόνιμο, πηχτό γκρίζο. Τα χρώματα χάνουν τη ζωντάνια τους, οι γεύσεις σβήνουν, το σώμα βαραίνει σαν να είναι φτιαγμένο από μόλυβδο. Ακόμα και η πιο απλή κίνηση, το να σηκωθείς από το κρεβάτι, μοιάζει με την ανάβαση του Έβερεστ.
Για τον Ντάισλερ, η μάχη αυτή δόθηκε στα παρασκήνια των λαμπερών γηπέδων. Συνοδεύτηκε από βαριά θεραπευτικά σχήματα, από αντικαταθλιπτικά χάπια που προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν τα χημικά κύματα του εγκεφάλου του, και από ατέλειωτες ώρες ψυχοθεραπείας. Τα φάρμακα βοηθούσαν το σώμα να λειτουργήσει, αλλά η ψυχή παρέμενε πληγωμένη.
Η κατάθλιψή του ήταν η βίαιη επανάσταση της ταυτότητάς του. Όπως συμβαίνει συχνά, όταν οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε πολλαπλές ιδιότητες, το άγχος των ξένων προσδοκιών αρχίζει και καταπίνει την ουσία. Ο Σεμπάστιαν είχε μάθει να ορίζεται μόνο ως ο παίκτης της Μπάγερν, ο ηγέτης της Γερμανίας, το εμπορικό προϊόν. Είχε τόσες ιδιότητες, που ξέχασε πώς είναι να είναι απλά ο εαυτός του. Η ψυχή του, στερημένη από καθαρό οξυγόνο, αρνήθηκε να συνεχίσει να υποκρίνεται τον άτρωτο σε μια βιτρίνα που τον κατέστρεφε.
“Εγώ το φως μετάλαβα κι εκεί σε πάει η καρδιά συνήθως, υπ’ όψιν μου δεν τα ‘λαβα του κόσμου τα χλωμά κατάλαβα”

Στιγμιότυπο από την επίσημη συνέντευξη τύπου του Ιανουαρίου του 2007, στην οποία ο Σεμπάστιαν Ντάισλερ ανακοίνωσε το οριστικό τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας σε ηλικία μόλις 27 ετών.
Ιανουάριος του 2007 και ο Σεμπάστιαν Ντάισλερ κάλεσε τους δημοσιογράφους για να ανακοινώσει το τέλος.
Αυτό ήταν.
Ήταν μόλις 27 ετών. Στην ηλικία που ένας αθλητής φτάνει στο απόλυτο ζενίθ της καριέρας του, εκείνος αποφάσισε να τραβήξει οριστικά την πρίζα.
Δεν αποσύρθηκε ένας αποτυχημένος ποδοσφαιριστής αλλά ο τρεις φορές πρωταθλητής και Κυπελλούχος Γερμανίας.
Για έναν αθλητή, η πρόωρη απόσυρση είναι ένας “θάνατος”. Είναι η πιο επώδυνη, ωμή αποδοχή της μοίρας. Έπρεπε να θάψει την ιδιότητα που έχτισε με δάκρυα, στερήσεις και ιδρώτα από την παιδική του ηλικία. Έπρεπε να αφήσει τη μπάλα να κυλήσει μακριά και να σταθεί χωρίς καμία ιδιότητα πια, μπροστά στην εκκωφαντική σιωπή της επόμενης μέρας.
Κι όμως, για αυτόν, ήταν λύτρωση.
Βασικά, ήταν η μόνη του διέξοδος προς την πραγματική ανάσταση και η πρώτη φορά που σκέφτηκε με λογική. Δεν ήταν μια πράξη δειλίας, αλλά η υπέρτατη, ηρωική πράξη αυτοσυντήρησης. Κατάλαβε ότι για να ζήσει ο άνθρωπος, έπρεπε να πεθάνει ο ποδοσφαιριστής.
“Η επιστροφή στη ζωή”
Μετά από εκείνη την ημέρα του Ιανουαρίου, ο Ντάισλερ μάζεψε τα κομμάτια του, επέστρεψε στα νοτιοδυτικά της Γερμανίας και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Φράιμπουργκ, πολύ κοντά στις ρίζες του, στο αγαπημένο του Λόραχ.
Έκλεισε ερμητικά την πόρτα πίσω του. Απέφευγε κάθε επαφή με τη λαμπερή αλλά τοξική ποδοσφαιρική βιομηχανία και τα μέσα ενημέρωσης. Διέκοψε τις γέφυρες ακόμα και με ανθρώπους που είχαν βρεθεί πολύ κοντά του, όπως ο Ούλι Χένες και ο Ότμαρ Χίτσφελντ. Δεν το έκανε από κακία, αλλά γιατί έπρεπε να γιατρευτεί.
Για αρκετά χρόνια μετά την αποχώρησή του, συνέχισε αθόρυβα και με υπομονή να λαμβάνει θεραπεία για την κατάθλιψη, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα.
Διατηρούσε περιστασιακή επαφή με τους φίλους από τα παιδικά του χρόνια, και κάπου κάπου, έδινε το “παρών” σε κάποιο ερασιτεχνικό παιχνίδι, κλωτσώντας τη μπάλα μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς, για τη χαρά του παιχνιδιού, χωρίς σκορ, χωρίς πίεση, χωρίς “Μεσσίες”.
Το 2009, ένιωσε έτοιμος να μοιραστεί την αλήθεια του με τον κόσμο, όχι για να ξαναμπεί σε αυτήν, την κακόγουστη βιτρίνα -που μισούσε-, αλλά για να βοηθήσει. Δημοσίευσε το βιβλίο του “Zurück ins Leben” (=Επιστροφή στη Ζωή). Εκεί, κατέγραψε με απόλυτη ειλικρίνεια την καριέρα του, τις σκοτεινές εμπειρίες του και την πάλη με την κατάθλιψη. Ήταν μια από τις ελάχιστες δημόσιες πράξεις του.

Tο εξώφυλλο της βιογραφίας του Σεμπάστιαν Ντάισλερ
Έκτοτε, η παρουσία του έγινε ξανά ένας αστικός μύθος.
Ο Σεμπάστιαν Ντάισλερ δεν είναι λιγότερο άνθρωπος επειδή επέλεξε να σταματήσει. Αντίθετα, η απόφασή του αποτελεί έναν φάρο απόλυτης αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει τα είδωλά του μέχρι να τα εξαφανίσει. Μας υπενθυμίζει ότι η ανθρωπιά μας δεν κρίνεται από το πόσο αντέχουμε να υποφέρουμε για να ικανοποιούμε τις φιλοδοξίες και τις προσδοκίες των άλλων, αλλά από το θάρρος να αποδεχτούμε τα ανθρώπινα όριά μας.
Κατέβηκε από το βάθρο του “Μεσσία”, άφησε τα φτερά του να καούν από τον ήλιο της δημοσιότητας και επέλεξε να περπατήσει ξανά στη γη, κερδίζοντας πίσω το δικαίωμα στην ανάσα, στη σιωπή και στην ίδια του τη ζωή, χωρίς απωθημένα.
Κάθε αθλητής, κάθε άνθρωπος που μπήκε ποτέ στον στίβο της ζωής για να παλέψει, ξέρει καλά τι σημαίνει να έρχεται αντιμέτωπος με τους “τραυματισμούς” του, είτε αυτοί ραγίζουν τα γόνατα είτε την ψυχή. Άλλοτε βρίσκεις τη δύναμη να σηκωθείς και άλλοτε όχι.
Ο Ντάισλερ, δεν κατάφερε να προσποιηθεί. Δεν μπόρεσε να φτιάξει ένα “γερό στομάχι”. Δεν είναι απαραίτητο να γίνεις σκληρός για να ζήσεις, όπως θες εσύ να ζείς, απλά, στο Λόραχ.
Τότε, είναι η ώρα που έχεις πάρει τις αποφάσεις σου, κοιτάς πίσω σου και το γήπεδο αδειάζει, τα φώτα σβήνουν και μένεις μόνος. Μόνος με τον εαυτό σου. Και ίσως, για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, μπορείς να τον κοιτάξεις στα μάτια και να νιώσεις αυτό που σου στερούσε ο θόρυβος των “μεγάλων κατορθωμάτων”, να είσαι, επιτέλους, χαρούμενος.
