Δεν ήταν πέτρα η “σπηλιά” του.
Ήταν βελούδο, καθρέφτες και σαμπάνιες.
Δεν έτριζαν οι “αλυσίδες” του. Άστραφταν, κάτω από προβολείς.
Στον τοίχο δεν χόρευαν σκιές από φωτιά, όπως στη σπηλιά του Πλάτωνα. Χόρευαν πρωτοσέλιδα. Φωνές. Συνθήματα. Η αντανάκλαση ενός πλήθους που τον ήθελε μύθο πριν προλάβει να γίνει άνθρωπος.
Ήταν νέος, ωραίος, χαρισματικός. Κι όπως όλοι οι δεσμώτες, που δεν γνώρισαν τίποτα άλλο παρά σκοτάδι, δεν κατάλαβε ότι το φως που τον τύφλωνε δεν ήταν ήλιος. Ήταν τεχνητό. Νόμιζε πως στεκόταν στο κέντρο της ημέρας, ενώ στην πραγματικότητα ζούσε κάτω από λάμπες που κάποτε θα έσβηναν. Μια για πάντα…
Το φως της δημοσιότητας τον έντυσε με αλαζονεία. Του ψιθύρισε πως είναι “εκλεκτός”, πως η λάμψη του είναι φυσική και αιώνια. Κι εκείνος το πίστεψε.
Το πίστεψε, γιατί το τεχνητό φως δεν αποκαλύπτει αδυναμίες. Τις λειαίνει.
Πίσω του στεκόταν μια μορφή σχεδόν πατρική. Ο “ελευθερωτής” του. Το όνομά του Ματ Μπάσμπι. Δεν ύψωνε φωνή, την χαμήλωνε. Δεν τον τραβούσε βίαια προς την έξοδο. Στεκόταν εκεί, υπομονετικός. Ήξερε πως η αλήθεια δεν επιβάλλεται. Είναι επιλογή. Προσφέρεται.
Του μιλούσε για διάρκεια. Για μέτρο. Για Ήλιο που δεν εξαρτάται από διακόπτη. Του έδειχνε πως οι σκιές -που τον θαύμαζαν- ήταν αντανάκλαση. Όχι ουσία. Προσπαθούσε να τον πείσει πως έξω από την “σπηλιά” υπήρχε φως που δεν χειροκροτεί αλλά θερμαίνει.
Ο νεαρός, τότε, γύρισε και κοίταξε. Για μια στιγμή, τα μάτια του πόνεσαν. Το αληθινό φως δεν κολακεύει. Αποκαλύπτει.
Εκείνος είχε μάθει να τον λατρεύουν, όχι να τον αποκαλύπτουν.
Γέλασε.
“If i had been born ugly, you would never have heard of Pele”
(Αν είχα γεννηθεί άσχημος, δεν θα είχατε ακούσει ποτέ για τον Πελέ)
Η αλαζονεία του ήταν άμυνα. Ήταν ο τρόπος του να παραμείνει βασιλιάς μέσα στην σπηλιά. Γιατί μέσα εκεί οι σκιές του μεγεθύνονταν, γινόταν γιγάντιες πάνω στον τοίχο. Έξω, όμως, θα έπρεπε να μικρύνει για να ωριμάσει. Θα έπρεπε να γίνει άνθρωπός πριν ξαναγίνει μύθος.
Και το να μικρύνεις μπροστά στο φως είναι πράξη ταπείνωσης.
Οι νύχτες έγιναν η πραγματική του πατρίδα. Το ποτό, οι γυναίκες, οι μηχανές που βρυχόνταν σαν υποσχέσεις αθανασίας. Η μουσική, τα φλας, τα γέλια που σκέπαζαν τη σιωπή. Εκεί ένιωθε κυρίαρχος. Εκεί δεν υπήρχε ήλιος να τον κρίνει. Μόνο σκοτάδι που τον αγκάλιαζε.
“I spent a lot of money on booze, birds and fast cars. The rest I just squandered”.
(Ξόδεψα πολλά χρήματα σε ποτά, γυναίκες και γρήγορα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα απλώς τα σπατάλησα.)
Το είπε σαν αστείο. Μα πίσω από την ειρωνεία κρυβόταν μια πικρή αλήθεια. Δεν σπατάλησε απλώς χρήματα. Σπατάλησε την δυνατότητα να βγει στο φως όταν ακόμη είχε δύναμη. Αντάλλαξε την ημέρα με τη νύχτα -και το θεώρησε επιλογή ελευθερίας.
Κάποτε, δοκίμασε να (ξανά)απομακρυνθεί.
“In 1969 I gave up women and alcohol. It was the worst 20 minutes of my life”.
(Το 1969 παραιτήθηκα από γυναίκες και αλκοόλ. Ήταν τα χειρότερα 20 λεπτά της ζωής μου.)
Είκοσι λεπτά ελευθερίας ήταν αρκετά για να φοβηθεί. Γιατί η μέρα απαιτεί νηφαλιότητα. Και η νηφαλιότητα απαιτεί αλήθεια.
“I stopped drinking, but only while I was asleep”
(Σταμάτησα να πίνω, άλλα μόνο την ώρα που κοιμόμουν.)
Οι “αλυσίδες” είχαν περάσει μέσα του. Δεν τον κρατούσε πια η “σπηλιά”. Την κουβαλούσε. Και όταν ο άνθρωπος συνηθίσει το σκοτάδι, το φως δεν μοιάζει σωτηρία -μοιάζει απειλή.
Ο Μπάσμι περίμενε. Σαν πατέρας που ξέρει πως κάποια μαθήματα δεν διδάσκονται με λόγια αλλά με πληγές. Δεν έσβησε ποτέ τη δάδα της σωτηρίας. Μα δεν μπορούσε να αναγκάσει τον “δεσμώτη” να την ακολουθήσει.
Κι έτσι εκείνος προτίμησε τη νύχτα από τη μέρα.
Προτίμησε το σκοτάδι που τον κολάκευε από το φως που θα τον μετέτρεπε.
Προτίμησε να είναι μεγάλος μέσα στη “σπηλιά” παρά αληθινός κάτω από τον ήλιο.
Μα το τεχνητό φως έχει ημερομηνία λήξης. Οι προβολείς σβήνουν. Οι σκιές διαλύονται, και τότε ο άνθρωπος μένει μόνος με ό,τι είναι πραγματικό -αν υπάρχει και κάτι.
Χρόνια αργότερα, όταν οι τοίχοι δεν αντανακλούσαν πια το όνομά του, η φωνή του δεν είχε ειρωνεία. Είχε επίγνωση.
“Don’ t die like me”.
(Μην πεθάνετε σαν και εμένα.)
Ήταν η ομολογία ενός δεσμώτη που κατάλαβε αργά ότι μπέρδεψε τον προβολέα με τον ήλιο.
Ότι το φως που τον τύφλωνε δεν ήταν αλήθεια αλλά σκηνικό.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη ανθρώπινη τραγωδία:
Δεν είναι ότι δεν μας δείχνουν την έξοδο.
Είναι ότι βολευόμαστε.
Είναι ότι μερικές φορές ερωτευόμαστε τόσο το τεχνητό φως και τις σκιές μας,
Που όταν εμφανιστεί το αληθινό, μας φαίνεται -και το αποκαλούμε- σκοτάδι.
Ήταν ο Τζορτζ Μπεστ (22.05.1946-25.11.2005)
Ένας θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Κατέκτησε την Χρυσή Μπάλα το 1968 και την αναγνώριση ως κορυφαίο πρόσωπο του αθλητισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο την ίδια χρόνια.
Ήταν γνωστός για την εξαιρετική ντρίπλα, ταχύτητα και δημιουργικότητα.
Συνδύαζε τεχνική, γοητεία και αυτοκαταστροφή.
Πάλεψε να βγει στο φως και δεν τα κατάφερε.
Δεύτερη ζωή να του δινόταν, πάλι τη σπηλιά του θα διάλεγε, θαρρώ.
