Home » Άρπαντ Βάις: “Dance Me to the End of Love” 

Άρπαντ Βάις: “Dance Me to the End of Love” 

Ένα καλοκαιριάτικο πρωινό στη θάλασσα, πριν ακόμα μάθω τι σημαίνει ενηλικίωση, ήχησε στα αυτιά μου, από ένα μικρό ραδιοφωνάκι, μια υπέροχη μελωδία από ένα φθηνό ηλεκτρονικό αρμόνιο. Μου τράβηξε το ενδιαφέρον να ακούσω και τη συνέχεια, τα λόγια, τα λόγια που με χάραξαν, γιατί δεν ήξερα. 

Υπάρχουν τραγούδια που τα ερωτευόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία τους. Ο Leonard Cohen έγραψε, λοιπόν, το “Dance me to the end of love”, μόνο που δεν αισθανόσουν ερωτισμό αλλά μελαγχολία, και εκεί απορούσες. 

Χρόνια μετά την κυκλοφορία του, αποκάλυψε πως η έμπνευσή του γεννήθηκε από μια εικόνα που τον στοίχειωσε. Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρχαν μικρές ορχήστρες από κρατούμενους. Άνθρωποι που κρατούσαν ένα βιολί, ένα τσέλο, ένα κλαρινέτο, όχι για να χαρίσουν χαρά, αλλά επειδή είχαν διαταχθεί να παίζουν μουσική την ώρα του θανάτου. 

Μουσική απέναντι στη φρίκη. 

Μελωδία απέναντι στην κραυγαλέα σιωπή. 

Ομορφιά εκεί που κυριαρχεί το σκοτάδι. 

Και οι μουσικοί την ίδια μοίρα θα είχαν, και το ξέραν. 

Και τότε γεννήθηκε ένας στίχος που ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο. 

“Χόρεψέ με μέχρι το τέλος της αγάπης”. 

Ίσως, όμως, αυτό το τέλος να μην ήταν ποτέ το τέλος της αγάπης αλλά της ζωής. 

Το Άουσβιτς, πλέον, είναι ένα σημείο πάνω στον χάρτη της Πολωνίας. Για όσους πέρασαν από εκεί, όμως, δεν ήταν μόνο ένας τόπος. Ήταν το τελευταίο κεφάλαιο μιας ζωής που μέχρι τότε έμοιαζε απολύτως φυσιολογική. 

Είχαν ένα σπίτι. 

Μια δουλειά. Μια οικογένεια. 

Όνειρα για το αύριο. 

Και κάποια μέρα, όλα αυτά χώρεσαν σε μία βαλίτσα. 

Ύστερα σε ένα βαγόνι. 

Και στο τέλος σε έναν αριθμό. 

Ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους υπήρχε κι ένας άνδρας που, λίγα χρόνια νωρίτερα, ήταν από τους πιο γνωστούς του ιταλικού ποδοσφαίρου. 

Αυτός πίστευε ότι το ποδόσφαιρο ήταν ιδέες. Ήταν κίνηση. Ήταν σκέψη. Ήταν πειθαρχία. Ήταν ένας ζωντανός οργανισμός που μπορούσε κάθε μέρα να εξελίσσεται. 

Αυτός, ήταν ο Άρπαντ Βάις, ένας από τους πιο καινοτόμους προπονητές που γνώρισε ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. 

Ο τραυματισμός που γέννησε τον πιο σύγχρονο προπονητή 

Η ιστορία του Άρπαντ Βάις ξεκινά στους πράσινους τάπητες της Ουγγαρίας, σε μια εποχή που η χώρα γεννούσε μερικά από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα της Ευρώπης. Ως αριστερός εξτρέμ, διέθετε αντίληψη του χώρου και εσωτερική γεωμετρία -κρατείστε αυτήν τη λέξη- που τον έκανε να ξεχωρίζει. Το ταλέντο του τον οδήγησε μέχρι την Εθνική Ουγγαρίας, με την οποία αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1924, και στη συνέχεια στα ιταλικά γήπεδα, φορώντας τη φανέλα της Ίντερ και της Παντόβα. Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον. Ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο, σε μια εποχή που η ιατρική δεν μπορούσε να κάνει θαύματα, έβαλε πρόωρο και απότομο τέλος στην καριέρα του ως ποδοσφαιριστή.  

Ήταν μόλις 30 ετών. Για οποιονδήποτε άλλον, αυτό θα ήταν το τέλος του ονείρου. Για τον Βάις, όμως, ήταν απλώς η μετάβαση. Το σώμα του μπορεί να μην ήταν ικανό να τρέξει πια, αλλά το μυαλό του έτρεχε έτη φωτός, είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει το ποδόσφαιρο του μέλλοντος. Κατέβηκε από το χορτάρι, φόρεσε το κοστούμι του προπονητή και κάθισε στον πάγκο, έτοιμος να αλλάξει το παιχνίδι για πάντα. 

Όταν ο Βάις ανέλαβε τα ηνία των ομάδων, δεν εμφανίστηκε απλώς ως ένας πρώην παίκτης που έδινε οδηγίες από ένστικτο. Εμφανίστηκε ως ένας διανοούμενος των γηπέδων. Κρατούσε πάντα ένα σημειωματάριο, στο οποίο κατέγραφε με σχολαστικότητα κάθε κίνηση, κάθε πάσα και κάθε λάθος. Για τον Βάις, το ποδόσφαιρο δεν ήταν ένα παιχνίδι τύχης και απλής σωματικής δύναμης, αλλά μια επιστήμη. Εισήγαγε μια εντελώς νέα φιλοσοφία που βασιζόταν στη λογική και την ανάλυση. Μελέτησε την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, τη φυσιολογία των αθλητών και τον τρόπο με τον οποίο η διατροφή επηρεάζει την απόδοση. Ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι ο προπονητής δεν είναι απλώς ένας εκλέκτορας παικτών, αλλά ένας δάσκαλος, ένας στρατηγός που πρέπει να προβλέψει κάθε πιθανό σενάριο πάνω στη σκακιέρα του γηπέδου. 

Οι προπονήσεις του Άρπαντ Βάις έγιναν γρήγορα θρυλικές για την αυστηρότητα και την πρωτοπορία τους. Κατήργησε τις παλιομοδίτικες μεθόδους όπου οι παίκτες απλώς έτρεχαν γύρω από το γήπεδο και επέβαλε ασκήσεις με τη μπάλα στα πόδια, εστιάζοντας στην τεχνική κατάρτιση και την ταχύτητα σκέψης. Σχεδίαζε γραμμές και ζώνες στο χαρτί, απαιτώντας από τους ποδοσφαιριστές του απόλυτη τακτική πειθαρχία. Ήθελε η ομάδα του να κινείται σαν ένας ενιαίος, ζωντανός οργανισμός, όπου η κίνηση του ενός καθόριζε τη θέση του άλλου. Αυτή η εμμονή στη γεωμετρία του χώρου και την πειθαρχία δημιούργησε σύνολα που έμοιαζαν ανίκητα, καθώς οι αντίπαλοι αδυνατούσαν να σπάσουν τις γραμμές που ο Βάις είχε σχεδιάσει με τόση ακρίβεια στο μυαλό του. 

Σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο βρισκόταν ακόμα στο μεταίχμιο μεταξύ ερασιτεχνισμού και επαγγελματισμού, ο Βάις δεν δίστασε να συγκρουστεί με κατεστημένα και να εφαρμόσει το περίφημο σύστημα τακτικής “Sistema” -το σύστημα WM που είχε γεννηθεί στην Αγγλία-, προσαρμόζοντάς το ιδανικά στα ιταλικά δεδομένα. Η μεγαλύτερη επανάστασή του, ωστόσο, ήταν το γεγονός ότι έβγαλε το ποδόσφαιρο από το σκοτάδι του εμπειρισμού και το οδήγησε στο φως της θεωρητικής μελέτης. Έγραψε μάλιστα και ένα βιβλίο-μανιφέστο για την τακτική του παιχνιδιού, το οποίο έγινε το ευαγγέλιο για τις επόμενες γενιές προπονητών. Ο Βάις απέδειξε στον συντηρητικό κόσμο της εποχής ότι το ποδόσφαιρο δεν παίζεται μόνο με τα πόδια, αλλά κυρίως με το μυαλό, κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του αρχιτέκτονα του μοντέρνου ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και του πρώτου “καθηγητή” τακτικής ανάλυσης. 

Ο δάσκαλος που ανακάλυψε το αύριο 

Η προπονητική ευφυΐα του Βάις δεν άργησε να αναγνωριστεί στο υψηλότερο επίπεδο. Όταν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ίντερ, έφερε μαζί του έναν αέρα ριζικής ανανέωσης. Το 1930, σε ηλικία μόλις 34 ετών, οδήγησε τους “νερατζούρι” στην κατάκτηση του ιταλικού πρωταθλήματος, στην πρώτη μάλιστα σεζόν που το πρωτάθλημα διεξήχθη με τη σημερινή του μορφή, ως Serie A. Με αυτό το επίτευγμα, ο Βάις έγραψε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, καθώς έγινε και παραμένει μέχρι σήμερα ο νεότερος προπονητής που κατέκτησε ποτέ το Σκουντέτο. Το Μιλάνο υποκλίθηκε σε έναν νεαρό Ούγγρο που δεν είχε κλείσει καν τα 35 του χρόνια, αλλά διοικούσε τους αστέρες της εποχής με την ωριμότητα ενός βετεράνου. 

Η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε ο Άρπαντ Βάις στην Ίντερ και στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν ήταν απλώς ένας τίτλος, αλλά ένας παίκτης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, εντόπισε στις ακαδημίες ένα αδύνατο, 15χρονο αγόρι που διέθετε μια εξωπραγματική τεχνική. Ήταν ο Τζουζέπε Μεάτσα. Πολλοί ήταν σκεπτικοί λόγω της εύθραυστης σωματικής διάπλασης του νεαρού, όμως ο Βάις είδε αμέσως την ιδιοφυΐα του. 

 “Αυτό το παιδί θα αλλάξει το ποδόσφαιρο”, δήλωσε με απόλυτη σιγουριά και του έδωσε αμέσως φανέλα βασικού στην πρώτη ομάδα. Ο Βάις δικαιώθηκε πανηγυρικά. Ο Μεάτσα εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, και το όνομά του κοσμεί σήμερα το θρυλικό στάδιο του Μιλάνου, ως αιώνια υπενθύμιση του νεαρού που ο Ούγγρος προπονητής τόλμησε να εμπιστευτεί. 

Δύο ποδοσφαιρικοί “γιοι” του Άρπαντ Βάις σε κοινό στιγμιότυπο το 1946: Ο Τζουζέπε Μεάτσα (αριστερά) της Ίντερ και ο Αμεντέο Μπιαβάτι (δεξιά) της Μπολόνια. Δύο θρύλοι που ανακάλυψε, διαμόρφωσε και οδήγησε στην κορυφή ο Ούγγρος προπονητής.

Μετά το Μιλάνο, ο Βάις μετακόμισε στην Μπολόνια, όπου επρόκειτο να δημιουργήσει μια από τις πιο θρυλικές ομάδες της μεσοπολεμικής Ευρώπης. Υπό την καθοδήγησή του, η Μπολόνια μεταμορφώθηκε σε μια μηχανή παραγωγής ποδοσφαίρου, κατακτώντας δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα Ιταλίας το 1936 και το 1937. Η ομάδα έπαιζε τόσο ελκυστικό και κυριαρχικό ποδόσφαιρο που απέκτησε το προσωνύμιο “η ομάδα που κάνει τον κόσμο να τρέμει”. Η απόλυτη καταξίωση ήρθε το 1937 στο Παρίσι, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης, όπου η Μπολόνια αντιμετώπισε την πανίσχυρη αγγλική Τσέλσι. Σε μια εποχή που οι Άγγλοι θεωρούνταν οι αδιαμφισβήτητοι και ανίκητοι δάσκαλοι του αθλήματος, η ομάδα του Βάις τους συνέτριψε με το εκκωφαντικό 4-0. Ήταν ένα τακτικό σεμινάριο, ένα ποδοσφαιρικό χαστούκι που απέδειξε ότι η Ευρώπη είχε πλέον τον δικό της μεγάλο μαέστρο. 

Ο Άρπαντ Βάις (δεξιά) συζητά στο γήπεδο με τον ιστορικό πρόεδρο της Μπολόνια, Ρενάτο Νταλ’Άρα (κέντρο), κατά τη διάρκεια της θρυλικής του θητείας στον πάγκο των “ροσομπλού” (1935–1938).

Εκείνες οι μέρες στην Μπολόνια ήταν ημέρες απόλυτης αποθέωσης για τον Άρπαντ Βάις. Ο κόσμος τον λάτρευε, οι εφημερίδες τον εκθείαζαν ως τον κορυφαίο στρατηγικό νου της ηπείρου και οι φίλαθλοι γέμιζαν το στάδιο για να θαυμάσουν τα τακτικά του δημιουργήματα. Βρισκόταν στην κορυφή του κόσμου, απολαμβάνοντας τον σεβασμό των συναδέλφων του και την αγάπη μιας ολόκληρης πόλης. Το όνομά του ήταν συνώνυμο της νίκης, της προόδου και της ποδοσφαιρικής ομορφιάς, και τίποτα δεν προμήνυε ότι αυτός ο θρίαμβος κάποτε θα διακοπτόταν, και μάλιστα με βία. 

Όταν το σπίτι ήταν ακόμη γεμάτο ζωή 

Πίσω από τα φώτα των γηπέδων, τις τακτικές αναλύσεις και τις ιαχές των φιλάθλων, ο Άρπαντ Βάις είχε δημιουργήσει έναν δικό του, ζεστό κόσμο. Ήταν το καταφύγιό του, η οικογένειά του. Στο πλευρό του στεκόταν η αγαπημένη του σύζυγος, η Έλενα. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ρομπέρτο και τη μικρή Κλάρα. Για τον Βάις, η επιστροφή στο σπίτι μετά από ένα εξαντλητικό ματς σήμαινε την επιστροφή στην πραγματική ευτυχία, εκεί όπου δεν ήταν ο διάσημος προπονητής, αλλά απλώς ένας πατέρας και ένας σύζυγος. 

Αυτή η καθημερινή ηρεμία, ωστόσο, έμελλε να είναι το τελευταίο οχυρό μιας εποχής που έσβηνε. Καθώς η δεκαετία του 1930 πλησίαζε στο τέλος της, η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ιταλία άρχιζε να βαραίνει επικίνδυνα. Η οικογένεια Βάις ζούσε την καθημερινότητά της, απολαμβάνοντας την ασφάλεια του σπιτιού της, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι οι άνεμοι του μίσους είχαν ήδη αρχίσει να φυσούν έξω από την πόρτα τους. Ενυπήρχε μία απόκοσμη ηρεμία, η κλασική ηρεμία που προηγείται πάντα της πιο καταστροφικής καταιγίδας. 

Από ήρωας ανεπιθύμητος 

Το φθινόπωρο του 1938 το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, ευθυγραμμιζόμενο πλήρως με τη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ, ψήφισε τους διαβόητους Φυλετικούς Νόμους. Για το καθεστώς, ο Βάις δεν ήταν πλέον ο εθνικός ήρωας που δόξασε το ιταλικό ποδόσφαιρο, ούτε ο αναμορφωτής της Μπολόνια. Ήταν απλώς ένας Εβραίος.  

Μέσα σε λίγες μέρες, του αφαιρέθηκε το δικαίωμα να εργάζεται, να μπαίνει στα γήπεδα και να ζει στην Ιταλία. Ο άνθρωπος που πριν λίγους μήνες αποθεωνόταν από δεκάδες χιλιάδες φιλάθλους, μετατράπηκε ξαφνικά σε έναν ξένο, έναν “ανεπιθύμητο” που έπρεπε να εξαφανιστεί από τη χώρα. 

Αντιμέτωπος με τον διωγμό, ο Βάις πήρε την οικογένειά του και εγκατέλειψε την Ιταλία, αναζητώντας καταφύγιο στην Ολλανδία. Εγκαταστάθηκαν στην πόλη Ντόρντρεχτ, όπου ο Βάις προσπάθησε να κάνει μια νέα αρχή. Ανέλαβε την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα και, παρά τις τεράστιες δυσκολίες και το ψυχολογικό βάρος του ξεριζωμού, κατάφερε και πάλι να κάνει θαύματα, οδηγώντας την ομάδα σε μεγάλες επιτυχίες. Ήταν όμως μια προσωρινή γαλήνη. Ο Βάις πίστευε ότι μακριά από την Ιταλία και τη Γερμανία τα παιδιά του θα ήταν ασφαλή, όμως η γεωγραφία της φρίκης σύντομα θα τον προλάβαινε. 

Ο Άρπαντ Βάις με τη σύζυγό του Έλενα και τα παιδιά τους, Ρομπέρτο και Κλάρα, στον σταθμό του Ντόρντρεχτ (Ιανουάριος 1939). Τους υποδέχεται ο πρόεδρος της ολλανδικής ομάδας D.F.C., Βίλεμ βαν Τουίστ, στην προσπάθεια του Ούγγρου τεχνικού να ξεφύγει από τους φυλετικούς νόμους.

Τον Μάιο του 1940, τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ολλανδία. Το δίχτυ άρχισε να σφίγγει ξανά γύρω από την οικογένεια Βάις. Οι περιορισμοί επέστρεψαν, οι κίτρινοι αστέρες ράφτηκαν στα ρούχα τους και η αγωνία έγινε καθημερινός σύντροφος. Μέχρι που ένα πρωινό του Αυγούστου του 1942, ο χρόνος σταμάτησε οριστικά, τα χαμόγελα έσβησαν. Η Γκεστάπο χτύπησε την πόρτα του σπιτιού τους. Δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια για εξηγήσεις, δεν υπήρχαν τίτλοι, ούτε δόξα που θα μπορούσε να τους σώσει. Η διαταγή ήταν σαφής: άμεση σύλληψη και εκτόπιση. 

Τι να πει στα παιδιά του; Τους αποκρίθηκε, όπως και η ομώνυμη ταινία, “Η ζωή είναι ωραία”, και με δάκρια στα μάτια κοίταξε πίσω του… 

Όλα όσα είχαν χτίσει, όλες οι αναμνήσεις, τα ρούχα, τα παιχνίδια των παιδιών, οι σημειώσεις τακτικής του Άρπαντ, έπρεπε τώρα να χωρέσουν μέσα σε μια βαλίτσα.  

Η οικογένεια οδηγήθηκε ενωμένη στο στρατόπεδο διέλευσης του Βέστερμπορκ και από εκεί, στοιβάχτηκε σε ένα από τα εμπορικά βαγόνια των τρένων του θανάτου. Μέσα στο σκοτάδι και την αποπνικτική ατμόσφαιρα του βαγονιού, ο Άρπαντ, η Έλενα, ο Ρομπέρτο και η Κλάρα κρατήθηκαν σφιχτά, ξεκινώντας ένα ταξίδι προς το άγνωστο, ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, κάτι που οι αθώες ανήλικές ψυχές δεν γνώριζαν. 

Όταν οι πόρτες του βαγονιού άνοιξαν, η οικογένεια Βάις βρέθηκε στην αποβάθρα του Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Η μυρωδιά του καμένου, οι κραυγές των στρατιωτών, τα γαβγίσματα των σκυλιών και οι προβολείς που έσκίζαν το σκοτάδι συνέθεταν την πύλη της κολάσεως. Μέσα σε λίγα λεπτά, ξεκίνησε η διαδικασία της διαλογής. Οι αξιωματικοί των SS χώρισαν βίαια τους άνδρες από τις γυναίκες και τα παιδιά. Ο Άρπαντ κρατήθηκε στην πλευρά εκείνων που κρίθηκαν ικανοί για εργασία. Ήταν η τελευταία φορά που είδε τα μάτια της γυναίκας του και των παιδιών του, πριν χαθούν μέσα στο πλήθος. 

Η Έλενα, ο 12χρονος Ρομπέρτο και η μόλις 8 ετών Κλάρα οδηγήθηκαν απευθείας στους θαλάμους αερίων, αφού πρακτικά ήταν “άχρηστοι”. Δεν υπήρξε έλεος, δεν υπήρξε καθυστέρηση. Εξοντώθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους, γινόμενοι καπνός στο γκρίζο ουρανό του Άουσβιτς. Ο Άρπαντ δεν έμαθε ποτέ για την τύχη τους, αλλά το σκοτάδι της απώλειας βάρυνε την ψυχή του από την πρώτη στιγμή. Η οικογένειά του, το μοναδικό του καταφύγιο, είχε σβηστεί από προσώπου γης. 

Ο Βάις μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο εργασίας του Μονόβιτς. Εκεί, ο κάποτε κομψός προπονητής με το σημειωματάριο μετατράπηκε σε έναν ζωντανό νεκρό. Υπέμεινε μήνες απάνθρωπης καταναγκαστικής εργασίας μέσα στο τσουχτερό κρύο, υποσιτισμένος, ξυλοκοπημένος, εξευτελισμένος. Η καθημερινότητά του ήταν μια μάχη επιβίωσης μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Δεν υπήρχαν πια γήπεδα, δεν υπήρχαν ιδέες, ούτε τακτικές. Υπήρχε μόνο η επιβίωση για την επόμενη ώρα, με τη μνήμη της χαμένης του οικογένειας να είναι το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει. 

Το τελευταίο σφύριγμα της ζωής 

Το σώμα του, εξαντλημένο από τις κακουχίες, τις ασθένειες και το αβάσταχτο ψυχικό βάρος, δεν άντεξε για πολύ. Τον Ιανουάριο του 1944, ο Άρπαντ Βάις άφησε την τελευταία του πνοή στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου. Ήταν 47 ετών. Πέθανε μόνος, μακριά από τα γήπεδα που τον δόξασαν, χωρίς κανείς να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή ότι ο άνθρωπος που έσβηνε πάνω σε ένα βρώμικο στρώμα ήταν μια από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες της Ευρώπης. Και αυτό ήταν το τελευταίο σφύριγμα της ζωής του. 

Η ύπαρξή του ορίστηκε από δύο εντελώς διαφορετικούς αριθμούς. Στα γήπεδα της Ιταλίας, οι αριθμοί των συστημάτων τακτικής του, ήταν αυτοί που έκαναν τον κόσμο να τον αναγνωρίζει, να τον χειροκροτεί και να τον σέβεται. Ήταν αριθμοί που σήμαιναν ταυτότητα, δόξα και δημιουργία. Στο Άουσβιτς, όμως, ένας άλλος αριθμός, χαραγμένος με μελάνι στο δέρμα του, υπήρχε για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, για να τον σβήνει. Για να του αφαιρεί το όνομα, την ανθρώπινη ιδιότητα, την ιστορία του και να τον μετατρέπει σε μια απλή μονάδα προς εξόντωση. 

Για δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου, το ποδόσφαιρο φάνηκε να έχει πάθει αμνησία. Το όνομα του Άρπαντ Βάις σβήστηκε από τα βιβλία της ιστορίας, οι τίτλοι του ξεχάστηκαν και η προσφορά του αποσιωπήθηκε. Το άθλημα που τόσο αγάπησε και αναμόρφωσε, τον θυμήθηκε πολύ αργά. Χρειάστηκαν οι έρευνες θαρραλέων δημοσιογράφων στις αρχές του 21ου αιώνα για να έρθει ξανά στο φως η ιστορία του, να τοποθετηθούν αναμνηστικές πλακέτες στο Σαν Σίρο και στο στάδιο της Μπολόνια, και να ζητήσει το ποδόσφαιρο μια καθυστερημένη συγγνώμη από τον άνθρωπο που άφησε να χαθεί στη λήθη. 

Αποδίδοντας την οφειλόμενη τιμή στη μνήμη του: Η ορειχάλκινη προτομή του Άρπαντ Βάις, που αποκαλύφθηκε στη γενέτειρά του, την Ουγγαρία, ως σύμβολο αιώνιας αναγνώρισης της ποδοσφαιρικής του ευφυΐας.

Η μνήμη είναι η μόνη νίκη απέναντι στη λήθη 

Σήμερα, η επιστροφή στην ιστορία του Άρπαντ Βάις δεν είναι απλώς μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης, αλλά ένα χρέος. Οι ναζί προσπάθησαν να σβήσουν κάθε ίχνος του, να τον εξαφανίσουν. Όταν όμως εμείς συζητάμε για τη φιλοσοφία του, τους αριθμούς του, την γεωμετρία του, όταν θυμόμαστε το όνομά του, τη γυναίκα του την Έλενα, τον Ρομπέρτο και την Κλάρα, κερδίζουμε την έσχατη μάχη. Η μνήμη μετατρέπεται στη μοναδική, απόλυτη νίκη απέναντι στη λησμονιά και στο φασισμό. Ο Βάις δεν είναι πλέον ένας ξεχασμένος αριθμός, αλλά ένας ζωντανός μύθος. 

Και έτσι, επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε. Στο καλοκαιρινό πρωινό, στο μικρό ραδιοφωνάκι και στη μελωδία του Leonard Cohen. Κάθε φορά που ακούγεται το “Dance Me to the End of Love”, το μυαλό μου δεν πηγαίνει μόνο στις ορχήστρες του θανάτου, αλλά και στον μεγάλο Ούγγρο προπονητή και χαμογελώ πικρά. 

Η μουσική αυτή, που γεννήθηκε μέσα από τη φρίκη, θα παίζει για πάντα, θυμίζοντάς ότι ακόμα και όταν η ζωή τελειώνει βίαια, η αγάπη, η δημιουργία και η μνήμη δεν έχουν τέλος. Η ιστορία του Βάις, πλέον, θα ζει για πάντα, όπως και των 6 εκατομμύρια Εβραίων και των άλλων 6 εκατομμυρίων αδικοχαμένων, δολοφονημένων ανθρώπων των Ναζί. 

Στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου: δολοφονήθηκαν 1.100.000 εκ των οποίων 1.000.000 Εβραίοι. 

Στρατόπεδο Τρεμπλίνκα: δολοφονήθηκαν 925.000, σχεδόν όλοι ήταν Εβραίοι. 

Στρατόπεδο Μπέλζεκ :δολοφονήθηκαν 925.000, σχεδόν όλοι Εβραίοι. 

Στρατόπεδο Σόμπιμπορ: δολοφονήθηκαν 180.000, εκ των οποίων 167.000 Εβραίοι. 

Στρατόπεδο Χέλμνο: δολοφονήθηκαν 152.000, όλοι Εβραίοι. 

Στρατόπεδο Μαϊντανεκ: δολοφονήθηκαν 80.000, μεταξύ των οποίων 59.000 

Στρατόπεδο Μόνοβιτς: προοριζόταν για καταναγκαστική εργασία, δολοφονήθηκαν 1.670, πολλοί μεταφέρθηκαν στο Μπίρκεναου και δολοφονήθηκαν εκεί. 

Στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας του Μαουτχάουζεν: δολοφονήθηκαν 95.000 άνθρωποι. 

You may also like

-
00:00
00:00
Update Required Flash plugin
-
00:00
00:00